Προσφορά!

Είσαι ένα κτήνος, Βίσκοβιτς

Alessandro Boffa
Μετάφραση: Ρούλα Στράτου

Ένα ερμαφρόδιτο σαλιγκάρι, ένα μικρόβιο με σύμπλεγμα κατωτερότητας, ένας παπαγάλος που μιλάει για αγάπη, ένας χαμαιλέοντας που περνάει κρίση ταυτότητας, ένα λιοντάρι ερωτευμένο με μια γαζέλα, ένας καρχαρίας, ένα σκουλήκι, ένα σκαθάρι… Ο Βίσκοβιτς είναι καθένα απ’αυτά τα ζώα και πολλά ακόμα, σε μία σειρά από ξεκαρδιστικές μεταμορφώσεις.

 

Ξενάγηση στην πανίδα του έρωτα από έναν Γούντι Άλεν των ζώων. Οι απίστευτα πνευματώδεις ιστορίες του Βίσκοβιτς δείχνουν με ολοζώντανο τρόπο πόσες μορφές μπορούν να πάρουν οι χαρές και ο πόνος της αγάπης, το νόημα της φιλίας και πώς η φιλοσοφία μπορεί να συνδυαστεί με το χιούμορ.
― Die Welt

Ένα μικρό αριστούργημα που αξίζει μία θέση στο πάνθεο της χιουμοριστικής λογοτεχνίας.
― San Fransisco Chronicle

Ένα ξεκαρδιστικό και αποκαλυπτικό ταξίδι στον κόσμο των ζώων, που συχνά θυμίζει επικίνδυνα τον κόσμο των ανθρώπων.
― Los Angeles Times

Original price was: €9.60.Η τρέχουσα τιμή είναι: €8.64.

Αναγνωριστικό προϊόντος: 6077 Κατηγορία:

Ποιος νομιζεις οτι εισαι, Βισκοβιτς;

Ποιος είμαι; αναρωτιόμουνα. Μη βρίσκοντας την απάντηση, ρώτησα τον πατέρα μου.
«Εξαρτάται από το περιβάλλον», μου εξήγησε. «Εμείς οι χαμαιλέοντες είμαστε σαν μια παύση ανάμεσα σε δύο λέξεις».
«Και… με την προσωπικότητά μας, τι γίνεται;»
«Τι να την κάνεις την προσωπικότητα, παιδάκι μου, όταν μπορείς να έχεις όσες προσωπικότητες τραβάει η όρεξή σου; Τι νόημα έχει να είσαι ο εαυτός σου, όταν μπορείς να σαγηνεύσεις καταπληκτικές σαύρες, να πάρεις καλούς βαθμούς στο σχολείο, να τρέψεις σε φυγή τους αντιπάλους σου, απλά και μόνον λέγοντας πως είσαι κάποιος άλλος; Δες το δικό μου παράδειγμα, κι αύριο ποιος ξέρει…»
Η ιστορία ήταν πάντοτε η ίδια, έφτανε να ανακατέψει κανείς λίγο τα χρώματα και να φουσκώσει λίγο τις πνευμονικές εγκολπώσεις, για να πάρει την όψη όποιου ήθελε. Όπως είναι φυσικό, δεν μπορούσες να εμπιστεύεσαι κανέναν, ούτε καν τους συγγενείς σου. Δεν ήταν τυχαίο συνεπώς ότι στην οικογένειά μας όλα τα ονόματα τελείωναν με ένα ερωτηματικό. Εμένα τον ίδιο με έλεγαν «Βίσκοβιτς;».
«Δεν ξέρω πια τι να πιστέψω, μπαμπά, είναι όλα τόσο συγκεχυμένα!»
«Μπράβο, παιδάκι μου, αν νιώθεις σύγχυση, σημαίνει ότι είσαι ήδη ένας χαμαιλέοντας όπως πρέπει. Καλύτερα να μην αποκαλύψει κανείς το μυστήριο της ύπαρξής μας, “Βίσκο;”. Κυρίως σε μερικά φίδια. Τώρα βιάσου, ήρθε η ώρα να πας σχολείο».
«Σχολείο; Τι να πάω να κάνω στο σχολείο; Εκεί κάνουν μόνο μαθήματα γλώσσας».
«Ακριβώς! Έτσι θα μάθεις να εκφράζεσαι, χωρίς να μου την κολλάς στο κούτελο».
«Μπαμπά, να είσαι σίγουρος ότι για να μάθει κανείς καλά μια γλώσσα, ένα ωραίο φιλί μετράει περισσότερο από ώρες ολόκληρες στο σχολείο».
«Μη σε ξανακούσω να μιλάς για φιλιά “Βίσκο;”. Ξέρεις ότι είναι επικίνδυνα, ότι σε δεσμεύουν. Καλύτερα να πιαστείς στην παγίδα του θηλυκού».
«Καλά τα λες εσύ, αλλά αν ερωτευτείς;»
«Τότε την έχεις άσχημα, νεαρέ μου. Δεν υπάρχει μεγαλύτερη ατυχία για εμάς τους χαμαιλέοντες».
«Εσένα σου συνέβη ποτέ;»
Σήκωσε σκεπτικός το ένα του μάτι προς τη χαίτη.
«Ναι, ερωτεύτηκα κι εγώ, κάποτε. Σου ομολογώ όμως ότι δεν κατάλαβα ποια. Ύστερα, δεν κατάφερα ποτέ να τη διακρίνω από το φόντο. Και τότε φούντωνα από τη ζήλια μου. Αν κάποιος άγγιζε ένα κλαρί, σκεφτόμουν ότι χάιδευε την ουρά της, αν κάποιος έγλειφε μια δροσοσταλίδα σ’ ένα φύλλο, σκεφτόμουν ότι της ρούφαγε το αυτί. Αν εκδήλωνε το θαυμασμό του για το τοπίο, εγώ έπιανα συνέχεια υπονοούμενα. Ευτυχώς ο έρωτας είναι θερμικό φαινόμενο “Βίσκο;” κι εμάς, τα ψυχρόαιμα ζώα, μας απασχολεί μόνον μεταξύ 11 και 2 το μεσημέρι…»
Είχα βαρεθεί πια όλον αυτό τον κυνισμό εκείνης της σαύρας, κι άλλωστε δεη ήμουνα καν σίγουρος πως ήταν όντως ο πατέρας μου. Χαιρέτησα και κατέβηκα αρπάζοντας μια ρίζα που κρεμόταν. Μόλις έφτασα στο ύψος των θάμνων, κρύφτηκα μέσα στις σελαγινέλλες.
Συνέχισα διασχίζοντας τη λίμνη με τα νούφαρα και έφτασα μέχρι το δέντρο της χαμαιλεόντισσας που αγαπούσα. Σκαρφάλωσα αργά αργά στον κορμό μιας ανθοκράμβης, προσέχοντας να είμαι καλά καμουφρλαρισμένος για να μη με διακρίνει, και μετά απόμεινα να τη θαυμάζω. Αυτή φαινόταν για τα καλά! Καθρεφτιζόταν μέσα στο νερό, χωμένη στο βαθούλωμα του φύλλου ενός επίφυτου, και σιγοτραγουδώντας πετούσε το δέρμα της σ’ ένα αργό στριπτίζ, ενώ το σώμα της, αντί να καμουφλάρεται, αποκάλυπτε τα φανταστικά του χρώματα. Κρυμμένος πίσω από ένα σαπρόφυτο ορχιδέας, της πέταξα ένα σκαστό φιλί. Αναρωτιόμουν αν ήμουν ο μόνος που το έκανε. Μετά άπλωσα δειλά τη γλώσσα μου πάνω σ’ ένα κλαρί, ελπίζοντας ότι θα ξάπλωνε επάνω.
«Ποιος είναι εκεί;» φώναξε. Ίσως είχα κάνει θόρυβο.
«Βίσκο;» ψέλλισα παραλείποντας το «βιτς». Γιατί αν πρόφερες γράμματα όπως το «Τ», ή το «Λ» ή το «Ν» με το λαρύγγι σου ξερό, υπήρχε πάντα ο κίνδυνος να κολλήσει η γλώσσα σου πάνω στον ουρανίσκο.
«Και τι θέλεις;» σφύριξε. Με το ένα της μάτι συνέχισε να καθρεφτίζεται, ενώ με το άλλο με κοίταξε στο μάτι μου που την κοίταζε στο μάτι που με κοίταζε. Της είπα την αλήθεια. Της είπα ότι με είχαν μαγέψει τα δερματικά της χρωματοφόρα και ότι αναρωτιόμνουν πώς ήταν δυνατόν να είναι κανείς τόσο δημιουργικός με τα λέπια του. Εκείνη μου χαμογέλασε.
«Δεν είναι δύσκολο», απάντησε. «Για να είναι κανείς πρωτότυπος, πρέπει να επιστρέψει στις ρίζες του, σαύρα. Το μυστικό για να είσαι ο εαυτός σου, είναι να ξέρεις να παραιτείσαι. Να αδειάζεις και να αφήνεσαι και πάλι να γεμίζεις. Αν ξέρεις να το κάνεις, τότε ιδού! Τα χρώματά σου θα αρχίσουν να μιλάνε, και στη θέση του ερωτηματικού στο τέλος αυτού του γελοίου ονόματος, θα μπορέσεις να βάλεις ένα θαυμαστικό. Εγώ είμαι η “Λιούμπα!”». Πρόφερε δίχως κανένα δισταγμό το δύσκολο εκείνο όνομα, πλαταγίζοντας τη γλώσσα της σαν να ‘τανε μαστίγιο.
«Θες να πάμε μια βόλτα;» μου είπε ξαφνικά. Έμεινα αποσβολωμένος.
«Βόλτα;»
«Ναι, είναι η εποχή του ζευγαρώματος και, έτσι κι αλλιώς, όλοι ίδιοι είσαστε… έλα εδώ». Δεν πίστευα στην τύχη μου. Ένα μυξιάρικο δεντρόβιο σαν κι εμένα μ’ εκείνη τη νεράιδα. Πλησίασα και ανακάλυψα πως τα χρώματά μου μιμούνταν τα δικά της: κόκκινα, τιρκουάζ, κίτρινα, με κυματισμούς, με σχέδια, με πουά! «Βρε! Για δες εδώ», είπα. «Έτσι πρέπει να είναι η ευτυχία». Καμία σχέση με τις ανούσιες συμμαθήτριές μου. Εγώ γι’ αυτήν θα μπορούσα να σκαρφαλώσω σε βουνά, να αντιμετωπίσω οχιές και μοσχογαλιές. Κι αν την έμπλεκα με το φόντο, κάθε ηλιοβασίλεμα, κάθε λουλούδι, βλέποντας παντού τα λέπια της και δίνοντας σε όλα εκείνο το μυστήριο όνομα: «Λλλιούμπα!»
Βούτυξα μέσα σ’ εκείνο το ουράνιο τόξο. Χάιδεψα τους δερματικούς της λοβούς, σφίχτηκα γερά πάνω στη χαίτη της και άφησα να με μεταφέρουν οι κυματισμοί της ενώ βυθίστηκα στη λήθη, προσαράζοντας στο κολλώδες της εξίδρωμα, λατρεύοντας κάθε χιλιοστό από τα λέπια της. Μπαμ! Γκρεμιστήκαμε από το κλαδί πέφτοντας πάνω στα αγκάθια μιας ακακίας.
Την επόμενη μέρα ανακάλυψα ότι και αυτή η ανόητη η αρραβωνιαστικιά μου, η Λάρα, είχε ακριβώς τους ίδιους μώλωπες. Το ίδιος και η άχρωμη και άοσμη συμμαθήτριά μου η Τζάνα. Ήταν η ίδια χαμαιλεόντισσα.
Τότε ήταν που έχασα και τις τελευταίες μου βεβαιότητες.
Και τότε βρήκα επιτέλους τον εαυτό μου. Αλλά ίσως δεν τον αναγνώρισα.
Βάρος 0.310 κ.
Διαστάσεις 14 × 20.5 cm
ISBN

960-7872-11-8

Pages

144